Αφιέρωμα – Gentrification

Γεωργία Αλεξανδρή, Πολύβιος Μουκούλης

Οι πόλεις έχουν συχνά κάτι το μεταφυσικό, μια υπόσταση που ξεπερνάει, όχι μόνο εμάς που ζούμε σε αυτές, αλλά και τα κτήρια, τους δρόμους, τα αυτοκίνητα, τις πλατείες, τα μνημεία, τα μαγαζιά, τα σκουπίδια και ό,τι άλλο υπάρχει στο πολυδαίδαλο αυτό σύστημα. Είναι σαν γίγαντες που μπορούν όλα να τα λιώσουν στο πέρασμά τους ή όλα να τα ενσωματώσουν. Σου υπενθυμίζουν διαρκώς ότι θα είναι εδώ και μετά από σένα όπως υπήρχαν και πριν. Είναι το ζωντανό αποτύπωμα όλων των δυνάμεων που παλεύουν διαρκώς πάνω τους, συγκρούσεις και συμμαχίες, αντιθέσεις και συνθέσεις, ζωές πάνω σε ζωές, γενιές πάνω σε γενιές, και αν το καλοσκεφτείς μια πόλη είναι στην πραγματικότητα πόλεις πάνω σε πόλεις.

Στο αφιέρωμα του Κοντέινερ φιλοξενούνται απόψεις και προσεγγίσεις, για το κέντρο της σύγχρονης πόλης, τις αναπλάσεις, τις εσωτερικές «μετακινήσεις πληθυσμών», το σχεδιασμό για το μέλλον του κέντρου της Αθήνας και τα προβλήματα που συσσωρεύονται. Τελικά, ποιοι ζούνε πού και γιατί; Ποιος αποφασίζει,τι και για ποιον; Υπάρχει ή όχι γκέτο στο κέντρο της Αθήνας; Σε αυτή τη μεταιχμιακή εποχή, όλα μοιάζουν να είναι οριακά και να «παίζονται» ενώ γειτονιές και περιοχές ολόκληρες περνούν από την υποβάθμιση στην αναβάθμιση και πάλι τούμπα. Εδώ και αρκετό καιρό, και εφτά ολόκληρα χρόνια από την ιλουστρασιόν απατηλή και «καθαρή» Αθήνα των Ολυμπιακών Αγώνων ακούμε, βλέπουμε, παρακολουθούμε τις συζητήσεις γύρω από το «ιστορικό κέντρο» της Αθήνας, συζητήσεις που όσο τις προχωράς, τόσο φτάνεις πάνω στα μεγάλα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα. Την ίδια στιγμή, στο καθημερινό βίωμα, αντιμετωπίζουμε νέες καταστάσεις που δεν σημαίνουν για όλους το ίδιο: κάποιοι βλέπουν τα όρια της ανθρωπιάς τους να δοκιμάζονται, άλλοι νιώθουν αμήχανα, άλλοι έχουν βαλθεί να καθαρίζουν δρόμους και πλατείες, άλλοι στήνουν επιχειρήσεις «σκούπα» καθαρίζοντας ανθρώπους, άλλοι εξοργίζονται, άλλοι φοβούνται και κάποιοι άλλοι, είναι απλά ανακουφισμένοι όταν μπορούν ακόμα να βρίσκουν μέσα στο χάος ένα υπόστεγο να κοιμηθούν ή μια τρύ-πα για να κρυφτούν.

Το «gentrification» αλά ελληνικά βρίσκεται σε εξέλιξη και ακολουθεί με τα δικά του τοπικά χαρακτηριστικά, τις αντίστοιχες εξελίξεις σε πολλά αστικά κέντρα σε όλο τον κόσμο. Τα κείμενα που ακολουθούν εκφράζουν πολλές και διαφορετικές απόψεις, κάποιες μάλιστα βρίσκονται σε ευθεία σύγκρουση.

Ε.Μ.

Gentrification ή εξευγενισμός, μερικές σκέψεις γύρω από την έννοια και την ιστορία της.

Πρόσφατα ο αγγλικός όρος gentrification αναφέρεται σε όλο και περισσότερα δημο- σιεύματα και έρευνες που καταπιάνονται με το κέντρο της πόλης. Τι σημαίνει όμως ο όρος αυτός;

Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τη βρετανή κοινωνιολόγο Ruth Glass to 1964 στην προσπάθειά της να περιγράψει τη διαδικασία κατά την οποία μέλη των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων (gentry) εγκαθίσταντο σε υποβαθμισμέ-νες εργατικές περιοχές του κεντρικού Λονδίνου, αναβαθμίζοντας το κτηριακό απόθεμα και εκδιώκοντας-εκτοπίζοντας παράλληλα τους παλαιούς κατοίκους. Η διαδικασία αυτή παρατηρήθηκε σε πολλές, αν όχι στις περισσότερες, μεγάλες πόλεις του ανεπτυγμένου (και όχι μόνο) καπιταλιστικού κόσμου, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον προς τις αιτίες που δημιουργούν τέτοιου είδους φαινόμενα και θέτοντας συχνά σε δεύτερο πλάνο τις επι- πτώσεις των διαδικασιών αυτών. Οι κυρίαρχες ερμηνείες που κατά καιρούς έχουν δοθεί μπορούν να κωδικοποιηθούν σε τρεις πολύ βασικές αλλά και αλληλοτροφοδοτούμενες συνιστώσες. Η πρώτη από αυτές είναι η μαρξιστικής προέλευσης οικονομική/δομική θεώρηση όπου τα φαινόμενα gentrification προσεγγίζονται κυρίως μέσα από μια διαδικασία σπέκουλας πάνω στη γη μέσω της οποίας το κτηματομεσιτικό και το κατασκευαστικό κεφάλαιο προωθούν την απαξίωση περιοχών με πραγματικούς ή/και συμβολικούς όρους ώστε αγοράζοντας φτηνά στη συνέχεια να αυξήσουν τις τιμές γης, αποσπώντας όσο το δυνατόν μεγαλύτερη υπεραξία (με τη μορφή της αυξημένης γαι- οπροσόδου) από τη γη και το κτισμένο περιβάλλον. Η δεύτερη συνιστώσα, αυτή των ατομικών προτιμήσεων/νέων προτύπων κατανάλωσης που προτάθηκε από προοδευτικούς ανθρωπολόγους, θεωρεί ότι το φαινόμενο του gentrification αποτελεί μια διαδικασία που συμβαίνει στις μεταβιομηχανικές πόλεις και είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη μεταβολή της οικονομικής βάσης από τη βιομηχανία στον τομέα των υπηρεσιών, το συνεπακόλουθο νέο κοινωνικό και χωρικό καταμερισμό της εργασίας και την εμφάνιση ορισμένων νέων μεσαίων στρωμάτων τα οποία είναι θετικά διακείμενα προς τις πόλεις και το αστικό περιβάλλον και αρνητικά προς την ομοιογένεια των προαστίων.

Η δυναμική που η κάθε γειτονιά αναπτύσσει προσδιορίζει και την ίδια την τροχιά του φαινομένου που σχεδόν όμως πάντα καταλή- γει στον εκτοπισμό ασθενέστερων ή/και ανεπιθύμητων κοινωνικών ομάδων.

Όμως, καθώς όλες οι καταναλωτικές προτιμήσεις του κόσμου παραμένουν «ασήμαντες» χωρίς την απαραίτητη χρηματοδότηση από το κεφάλαιο, αλλά και οι επενδύσεις σε μεγάλα projects είναι καταδικασμένες σε αποτυχία αν δεν υπάρχουν οι απαραίτητοι αγοραστές (κάτοικοι και εν γένει καταναλωτές σ’ αυτήν την περίπτωση), απαιτείται και η συμβολή μιας τρίτης και καθοριστικής συνιστώσας. Η συνιστώσα αυτή είναι η (έμμεση ή/και άμεση) κρατική παρέμβαση. Ο ρόλος της κρατικής παρέμβασης στις διαδικασίες αυτές εκτείνεται από απλές ρυθμιστικές-σχεδιαστικές παρεμβάσεις μέχρι και την εκπόνηση σχεδίων αναπλάσεων ολόκληρων περιοχών, την κατασκευή έρ- γων ναυαρχίδων (flagship projects) με απώτερο σκοπό την αλλαγή του χαρακτήρα μιας ολόκληρης περιοχής ως και την ωμή καταστολή ολόκληρων κοινωνικών ομάδων που «χαλάνε» την επιμελώς καλλιεργούμενη εικόνα της περιοχής (επι- χειρήσεις σκούπα σε μετανάστες, εκκενώσεις καταλήψεων κ.λπ.). Βέβαια, το ποια ακριβώς θα είναι η διαδοχή των τριών συνιστωσών επηρεάζεται από τις ιδιαίτερες κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές συνθήκες που διαμορφώνουν όχι μόνο την πόλη αλλά και τις επιμέρους περιοχές της. Η δυναμική που η κάθε γειτονιά αναπτύσσει προσδιορίζει και την ίδια την τροχιά του φαινομένου που σχεδόν όμως πάντα καταλήγει στον εκτοπισμό ασθενέστερων ή/και ανεπιθύμητων κοινωνικών ομάδων αλλά και παραδοσιακών δραστηριοτήτων της περιοχής προς όφελος κάποιων νέων και περισσότερο προσοδοφόρων.

Από την Πλάκα στο Μεταξουργείο: 30 χρόνια «πολιτισμού» και «εξευγενισμού».

Στην Αθήνα το παράδειγμα που μπορεί να χαρα- κτηριστεί ως καθαρή περίπτωση gentrification είναι αυτό της Πλάκας. Στη δεκαετία του 1970 η Πλάκα ήταν μια συνοικία «παρηκμασμένη» στην οποία κατοικούσαν εργατικά στρώματα και νοικοκυριά χαμηλών εισοδημάτων ενώ οι χρήσεις που συνέθεταν τον αστικό ιστό της γειτονιάς είχαν να κάνουν με βιοτεχνίες και με στέκια ροκάδων και ροκαμπιλάδων ενώ ταυτόχρονα στους δρόμους της γινόταν διακίνηση και χρήση ναρκωτικών. Συνεπακόλουθα, οι τιμές γης ήταν πάρα πολύ χαμηλές, η παραβατικότητα υψηλή και μόνο τα φτωχά νοικοκυριά, που δεν είχαν την πολυτέλεια της μετακόμισης σε κάποια πολυκατοικία, έμεναν εκεί. Ωστόσο η Πλάκα διατηρούσε ακόμα κτήρια με αρχιτεκτονική αξία και βρισκόταν σε εγγύτητα με τον Ιερό Βράχο και το κέντρο της Πόλης. Στη δεκαετία του 1980 το κράτος θέσπισε πολεοδομικούς νόμους που ουσιαστικά συνέβαλαν στην πλήρη μεταβολή της εικόνας της περιοχής: η διακήρυξη κτηρίων ως διατηρητέων, η απαγόρευση έλευσης οχημάτων και οι πεζοδρομήσεις άρχισαν να ανεβάζουν τις τιμές γης. Οι μέχρι πρότινος κάτοικοι της Πλάκας αναγκάστηκαν να φύγουν λόγω της συνεχόμενης ανόδου του κόστους ζωής (κοινώς εκτοπίστηκαν) ενώ στη θέση τους σήμερα βρίσκονται διάφοροι επιχειρηματίες και νοικοκυριά υψηλότερων εισοδημάτων. Οι χρήσεις γης που διαδέχτηκαν τις προηγούμενες έχουν να κάνουν κυρίως με το εμπόριο, τον τουρισμό και τη νυχτερινή διασκέδαση. Βλέπουμε λοιπόν πως και στην περίπτωση του δομημένου χώρου μέσα από τις διαδικασίες gentrification ουσιαστικά συντελείται η πλήρης εμπορευματοποίηση της γειτονιάς, η αλλαγή στη σύνθεση του πληθυσμού με βίαιους όρους και η μεταβολή των χρήσεων γης. Για να έρθουμε όμως στα πιο πρόσφατα: Από το 2000 κεντρικές και υποβαθμισμένες περιοχές της Αθήνας έχουν μπει σε τροχιά «αναγέννησης». Τα πολυθρύλητα, κοινωνικά κατασκευασμένα, νέα Sohos του αθηναϊκού downtown δημιουργούνται, αναπτύσσονται και παρακμάζουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Τα παραπάνω συνοδεύονται και από μία σειρά άλλες έννοιες και πρότυπα, σχετικά άγνωστα στο ευρύ κοινό τις προηγούμενες δεκαετίες (π.χ., λοφτ) διαδικασίες δηλαδή που έχουν την «αίσθηση» gentrification.

Οι καλλιτεχνικές χρήσεις που εγκαθίστανται σε μια γειτονιά μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο gentrifier θέτοντας σε κίνηση την αγορά real estate. Για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται οι κρατικές στρατηγικές πολιτισμικής και καλλιτεχνικής ανάπτυξης ή «ανάπλασης» με την αγορά ακινήτων στη γειτονιά του Γκαζιού γίνεται εμφανής μέσω της μετατροπής του εργοστασίου Αεριόφωτος σε Τεχνόπολη και τη διάνοιξη του σταθμού μετρό «Κεραμεικός». Οι δυο αυτές κρατικές σημειακές παρεμβάσεις ήταν καταλυτικές στην αλλαγή του χαρακτήρα της γειτονιάς η οποία από περιοχή κατοικίας μετατράπηκε σε περιοχή διασκέδασης. Οι Ρομ και οι τσιγγάνοι που έμεναν στο Γκάζι από τη δεκαετία του ’70 εκδιώχθηκαν άγρια και τη θέση τους πήραν τα διάφορα μπαρ και νυχτερινά κέντρα. Η όχληση που παράγεται από τη βιομηχανία της διασκέδασης απειλεί και τους εναπομείναντες κατοίκους. Ταυτόχρονα η αγορά real estate έχει κινητοποιηθεί επενδύοντας σε ακίνητα τύπου λοφτ και διαφημίζοντας την περιοχή ως «loft-living» της Αθήνας. Αυτό που μένει να διερωτηθούμε είναι κατά πόσο είναι πολιτισμικές οι χρήσεις αυτές, σε ποιους ακριβώς απευθύνονται και τι ρόλο διαδραματίζουν στην κίνηση του κεφαλαίου στον δομημένο χώρο.

Οι Ρομ που έμεναν στο Γκάζι από τη δεκαετία του ’70 εκδιώχθηκαν άγρια και τη θέση τους πήραν τα νυχτερινά κέντρα. Η όχληση που παράγεται από τη βιομηχανία της διασκέδασης απειλεί και τους ενα- πομείναντες κατοίκους.

Πρόσφατα διοργανώθηκαν σε υποβαθμισμένες περιοχές του κέντρου της Αθήνας υπό την αιγίδα επενδυτικών ομίλων οι οποίοι χρησιμοποιώντας την Τέχνη και τον πολιτισμό (και μάλιστα σε μερικές από τις ριζοσπαστικότερες εκφάνσεις τους) ως απλά διαφημιστικά τρικ προώθησης τών, από καιρό και προσεκτικά σχεδιασμένων, επενδύσεών τους σε συγκεκριμένες περιοχές. Εδώ γίνεται εμφανές το πόσο εύκολα, ριζοσπαστικά κοινωνικά και καλλιτεχνικά ρεύματα (στην προκειμένη περίπτωση οι καταστασιακοί και οι ψυχογεωγραφικοί τους χάρτες) στρογγυλεύονται έτσι ώστε να απομακρυνθεί η οποιαδήποτε μορφή αμφισβήτησης εμπεριέχουν, και στη συνέχεια είτε προωθούνται προς επανακατανάλωση σε ένα ευρύτερο κοινό ή απλά χρησιμοποιούνται από το κεφάλαιο ως ένα επιπλέον μέσο για την επίτευξη των στρατηγικών του.

konteiner.gr/

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s