Το Αθηναϊκό Underground

CAMP Contemporary Art Meeting Point

Ευπολίδος 4 & Απελλού 2, Πλ.Κοτζιά, 105 51 Αθήνα, +302103247679,http://campoint.gr/
Διάρκεια: 29 Ιουνίου – 14 Οκτωβρίου 2012

Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα-Κυριακή 14:00-21:00

athens underground

Στα τέλη Ιουνίου παρουσιάζεται στο Camp το πρώτο μέρος της έκθεσης “Το Αθηναϊκό Underground” με τον υπότιτλο 1964-1983. Η έκθεση φιλοδοξεί να καταγράψει το εύρος αυτού του ιστορικού φαινομένου, τόσο χρονολογικά όσο και περιπτωσιολογικά. Από τις πρώτες νύξεις για το ύφος στις σελίδες του περιοδικού Πάλι έως στον μηδενισμό του punk και τη σταδιακή πολιτικοποίηση και ριζοσπαστικοποίηση του φαινομένου. Από τα δεκάδες έντυπα των 70s και 80s που διανέμονταν στην πλατεία Εξαρχείων έως ψυχεδελικές και underground τάσεις στις γκαλερί της εποχής. Από το παραισθητικό και παραβατικό σινεμά έως τη σχέση των εικαστικών με τη μουσική της εποχής.

Η έκθεση επιχειρεί να αναλύσει το κλίμα εκείνης της εποχής, πολιτισμικό και πολιτικό, το οποίο (ίσως) εμφανίζει παράδοξες ομοιότητες με τη σημερινή. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η ιστορική ανασκόπηση αυτή θέλει ν’ ανοίξει διάλογο με μια ανήσυχη καλλιτεχνική σκηνή των ημερών μας που θα μπορούσε, υπό κάποιο πρίσμα, να θεωρηθεί το “νέο underground”.

Μετά το τέλος του πρώτου μέρους θα ξεκινήσει το δεύτερο μέρος με τίτλο “To Αθηναϊκό Underground-1984-2012”, όπου παρουσιάζονται περιπτώσεις καλλιτεχνών που δραστηριοποιιούνται σε κάτι (;) που μοιάζει επικίνδυνα με “underground”. Κατά τη διάρκεια της τρίμηνης διάρκειά της, η έκθεση θα πλαισιωθεί με προβολές, εκδηλώσεις και συζητήσεις όπου οι πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής θα καταθέσουν, προσωπικά την εμπειρία τους. Η έκθεση θα συμπληρωθεί με την έκδοση ενός πλούσια εικονογραφημένοου βιβλίου με αναλυτικές προσεγγίσεις στο φαινόμενο από ερευνητές και μελετητές.

Καλλιτέχνες της έκθεσης Underground: 1964-1983: 
Αλέξης Ακριθάκης, Μίνως Αργυράκης, Νάνος Βαλαωρίτης, Στήβ Γιαννάκος, Στέργιος Δελιαλής, Νίκος Ζερβός, Λάζαρος Ζήκος, Πάνος Κουτρουμπούσης, Nick Lyber [Νίκος Λυμπερόπουλος], Ηλίας Πολίτης, Θανάσης Ρεντζής, Αλέξης Ταμπουράς, Κωστής Τριανταφύλλου, Λεωνίδας Χρηστάκης, Γιάννης Αρκούδης Χριστοδούλου, Χρήστος Ζυγομαλάς.

Συντονισμός-επιμέλεια: Θανάσης Μουτσόπουλος. Επιμελητής έντυπου αρχείου: Νεκτάριος Παπαδημητρίου. Επιμελητής εικαστικού αρχείου: Παντελής Αραπίνης. Επιιμελητής κινηματογραφικού αρχείου: Γιάννης Χαριτίδης. Επιμελητής εικονογραφικού αρχείου: Θανάσης Μουτσόπουλος.

Πρόγραμμα Β’ κύκλου παράλληλων εκδηλώσεων

Παρασκευή 5/10, 19.00 Προβολή του ντοκιμαντέρ του Αντώνη Μποσκοϊτη για την Κατερίνα Γώγου, “Για την Αποκατάσταση του Μαύρου” (2012). Ακολουθεί συζήτηση με τον σκηνοθέτη.

Σάββατο 6/10, 19.00 “Κενό Δίκτυο: Ο ρόλος της καλλιτεχνικής συνειδητότητας στην αντικαθεστωτικη κουλτούρα”. Παρουσίαση και συζήτηση του εναλλακτικού δρόμου της ομάδας.

Κυριακή 7/10, 19.00 “Η αφομοίωση του underground από το mainstream στην Ελλάδα, και άλλες μεταμοντέρνες ιστορίες”. Ανακοίνωση του Θανάση Μουτσόπουλου.

Δευτέρα 8/10, 19.00 “Ανισόπεδες Υπερβάσεις”. Προβολή του ντοκιμαντέρ του Γιάννη Μισιουρίδη για τους Lost Bodies (2011). Στη συνέχεια ο Θάνος Κόης (Lost Bodies) συζητάει με τον μουσικοκριτικό Αργύρη Ζήλο και το κοινό.

Τρίτη 9/10, 19.00 Προβολή ελληνικών underground ταινιών μικρού μήκους. Συζήτηση “Underground και Πειραματικός Κινηματογράφος ΙΙ”. Γιώργος Μαυροειδής, Μάνος Κατσούλης, Γιάννης Χαριτίδης. Συντονίζει η Λίνα Φονταρά.

Τετάρτη 10/10, 19.00 Ανακοίνωση του σκηνοθέτη Θανάση Ρεντζή σε σχέση με την κοινωνική διάσταση του underground.

Πέμπτη 11/10, 19.00 “Έρωτας και Επανάσταση”. Προβολή της ταινίας του Νίκου Αλευρά, “Οι Σφαίρες πέφτουν σαν το Χαλάζι και ο τραυματισμένος καλλιτέχνης αναστενάζει” (1977).

Παρασκευή 12/10, 19.00 Συζήτηση “Εκδόσεις και underground”: Γιώργος Γαρμπής, Μιχάλης Πρωτοψάλτης και Σαράντης Κορωνάκος. Συντονίζει ο Νεκτάριος Παπαδημητρίου.

Σάββατο 13/10, 19.00 “Κτίριο Καλλιτεχνών: η εμπειρία της Καταληψης της Γ’ Σεπτεμβριου 43 (1987-1997). Προβολή του ντοκιμαντέρ του Μπάμπη Πλαϊτάκη, “Το Κτίριο των Καλλιτεχνών” (1990). Ακολουθεί συζήτηση με τους Μιχάλη Λαγκουβάρδο, Γιάννης Κουτρούλη και Γιάννη Σκαλτσά. Συντονίζει ο Τζίμης Ευθυμίου.

Κυριακή 14/10, 19.00 “Οtherground: οι μεταμορφώσεις του underground μετά το ’80”. Συζητούν οι: Τζίμης Ευθυμίου (Αέρα Πατέρα, Ορίζοντας γεγονότων, Κατεχάκη 54), Γιάννης Ραουζαίος (Κενό Δίκτυο), Θανάσης Μουτσόπουλος.

Taken from elculture.gr/

The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scen

by Simon Arms

Art critic Emilie Trice has called Berlin “the graffiti Mecca of the urban art world.” While few people would argue with her, the Berlin street scene is not as radical as her statement suggests. Street art in Berlin is a big industry. It’s not exactly legal, but the city’s title of UNESCO’s City of Design has kept local authorities from doing much to change what observers call the most “bombed” city in Europe. From the authorities’ point of view, the graffiti attracts tourists, and the tourists bring money to a city deep in debt.

This article looks at the development of the Berlin street art scene, from its beginnings as a minor West Berlin movement in the late ’70s to its current status: the heritage of a now unified city.

After the few East Germans who crossed the Berlin Wall in the ’80s blinked and pinched themselves, what do you think was the first thing they saw?

They saw big bubbly letters, spelling out words in German, English and French. They saw political slogans, either carved indelibly into the concrete or sprayed temporarily onto surfaces, commenting not only on the situation in Germany, but on the whole political world: “God Ble$$,” “Concrete Makes You Happy,” “Death to Tyrants.” As far as they could see, covering every inch of wall, was layer upon layer of zest, life and color.

Wall-final2 in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

If they’d crossed in the ’60s, however, they’d have been tempted to jump straight back. Abandoned buildings, derelict streets, piles of rubble — the immediate areas around the wall were reminiscent of World War II, and it would take another 10 years for the first communities to settle there.

Even then, those early settlers weren’t “real” Berliners, but outsiders: draft resisters, anarchist punks and Turkish migrants. They either opened businesses or formed squats and, with no resistance from the West German government, began turning walls into monuments to their own thoughts and beliefs.

By the end of the ’70s, a new wave of graffiti artists, arriving with innovations such as stencils and spray cans, were contributing genuine works of art. Our East German friends would have been staring not just at the defacement of Communist property, but at what graffiti artists had by then claimed as their Mecca.

After The Wall

After the collapse of the Berlin Wall, the graffiti artists marched straight into East Germany. Mitte, Friedrichshain, Prenzlauer Berg — all of the areas that the military had occupied became a new playground for the Western artists and became a new world for the Eastern artists who joined them. Few doubted that the East Germans’ work was weightier. It wasn’t that they were better artists, but that they could express — with authority — the one concept close to the hearts of all people now living in the city: what it meant to be free.

Friedrichshain in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene
A street in the East Berlin area of Friedrichshain a year after the fall of the Berlin Wall.

One East Berliner to make an impact during this period was “Tower.” With his name printed in a variety of colors and fonts on what looked like car stickers, people must have initially mistaken his work for advertising. But the more they saw it — on lamp posts, on post boxes, on trash cans, on fences — the more they understood what he was trying to communicate: Tower, as in the communist TV tower; Tower, as in the skyscrapers that dominated the skyline of almost every major city — built not for the people who lived there, but for the egos of the people who ran them. Tower’s aim was to reclaim the word as a symbol of strength and, in doing so, proclaim that the majority, not the minority, should be shaping the public space.

Tower9 in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

A Case Study: Linda’s Ex

In the summer of 2003, posters of a boy bemoaning the loss of his ex-girlfriend, Linda, began to appear on walls and fences in the Friedrichshain district. Sometimes he looked like a boy ready to kill himself; sometimes he looked like a man ready to kill. Whichever way the artist drew him, his sad eyes always asked passersby the same question: “Where’s Linda?”

Eyes1 in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

At first, people either ignored the posters or were mildly curious. But as both the pictures and messages increased in intensity, they had no choice but to take notice. On one poster, Linda’s ex told his estranged lover that he would be waiting to speak to her at a certain bar every Saturday and Tuesday night. People were starting to believe that his suffering was real. And if his suffering was real, then they did not doubt that he needed help.

Lindabar in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

“He loves you, Linda” one person wrote in a newspaper ad.

Angel in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

A caller to a radio show wasn’t so kind. “He’s a cad,” the person said to Linda. “Don’t go back.”

Dec1 in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

Everyone seemed to have a point of view, and the more they expressed it, the more posters appeared.

Lindapic-e1308773587848 in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

Takemihand in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

Finally, a year later, Linda’s Ex, the alias of artist Roland Brueckner, faced the public. There was no Linda, he confessed. The whole campaign had been a hoax.

The New Artists

Linda’s Ex was successful because he communicated with and responded to his audience almost every day. If he had stopped, even for a month, the public’s interest would have dissipated.

The critiques below examine the artwork of three Berlin street artists working today — maybe at this very moment. Like Linda’s Ex, XOOOX, Alias and Mein Lieber Prost make certain that their work remains in the public eye, constantly.

XOOOOX

Berlin has the typical street art spots… but I like more the classical writing scene, with the huge street bombings and the masses of tags.

To most people, the letters xoooox represent hugs and kisses. To XOOOOX, they represent symmetry and strength, for no matter how much he rearranges them, they remain a powerful signature that could belong to no one but him.

This tells XOOOOX’s public as much about him as they need to know: what you see is what you get. For instance, many people would like to believe that his black and white stencils are an ironic, anti-capitalist statement. But as the artist claims himself, they are a straight homage to the fashion world.

His fascination with fashion began when he discovered a pile of his parent’s old fashion magazines in the cellar. He would cut out parts of the pictures, mix them up and stick them on the walls of his room.

Collage still fascinates him, but he says that on the street, stencils are far more practical. At home, he creates a stencil from one of his fashion magazines — including everything from Harper’s to Vogue — and then, armed with his spray paint and stencil, he replicates the image on the streets.

Sample of XOOOOX’s Work

Piss in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

Xooox-3 in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

Xooox-2 in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

Analysis of XOOOOX’s work

People enjoy XOOOOX’s approach because of his objective treatment of his subjects, presenting each model as neither happy nor sad, neither warm nor cold. He even draws one model urinating on the ground; while some might interpret the piece as a sign of arrogance, XOOOOX’s signature, flowing from her head like a thought bubble, persuades sensitive observers to judge her on a more humane level. She is, he suggests, just like everyone else.

What sets her apart is her beauty. The artist highlights this by always spraying her image on the grayest and ugliest of concrete walls, amidst the most innocuous of graffiti scrawls. Like the pretty girl sitting alone in a bar, passersby rarely walk past without giving her a second glance.

Overall, XOOOOX’s images show an artist with a genuine appreciation of conventional beauty. In a scene that likes to subvert conventions, this must make XOOOOX the most unconventional artist working on Berlin’s streets today.

Alias

My motives are often introverted and emotional, but… they brand… themselves on the memory of people passing. They are supposed to inspire people to interpret the motives on their own.

Judging from the number of his pieces, Alias must rarely sleep. His artwork certainly suggests someone at odds with society: black and white pictures of hooded skater types staring at the ground, and young kids unknowingly sitting on live bombs. One senses that something is very wrong with Alias’ world.

Alias left school early and moved to Hamburg, a city with its own impressive array of street artists. Developing his skill there to an advanced level, he moved on to Berlin, where people soon recognized his work as among the best in the city.

Sample of Alias’s work

Alias2 in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

Alias1 in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

Alias-2 in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

Analysis of Alias’s Work

Alias’ dark and somber images make him the city’s most serious artist. He stencils each of his pictures with great care, and always places them in a spot that best communicates his message. His picture of a man asking people to keep his identity a secret is stuck not on the wall of a busy thoroughfare, but at the bottom edge of a staircase. It gives the impression that, beyond the playfulness, he genuinely wants to keep his identity a secret.

Alias’ signature then is essential to understanding his work. The picture of a hooded teenager with a blank face communicates a need to give outsiders a voice. The irony is that the one person humane enough to give them that voice, a street artist, has to remain anonymous. That, Alias suggests, is his reward for daring to question society.

Mein Lieber Prost

All that’s come out is a result of my happiness, my courage, my fantasies or my disappointments. All great artists are great not for their technique, but their passion.

Most people will walk by graffiti without even noticing it. It hides in the corners of doorways and blends in with its surroundings. Prost’s characters, however, point and laugh directly at passersby. The characters are often a simple black outline. On occasion, Prost takes the time to fill the characters in with red, white and black. Whatever the method, he places his artwork in just about any free spot he can find: side streets, high streets, advertisements, doorways, signs. Nowhere in the city is safe.

And yet the public knows little about the artist himself. For legal reasons, he safeguards his identity. At a more artistic level, the anonymity enables him to present the smiley faces, and not himself, as the essence of his work.

Sample of Mein Lieber Prost’s Work

Prost-1 in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

Prost-3 in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

Prost-2 in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

Analysis of Mein Lieber Prost’s Work

It’s easy to miss the point of Prost’s smiley faces. On the surface, they look like the simple one-minute doodles of a high-school student. And the artist probably drew them in half that time. But that simplicity is what makes Prost’s faces so interesting, for two reasons.

First, it allows Prost to put his images in places that few other artists would dare to go. Alias, for example, needs time to place and spray his images and, therefore, works in more secluded spots to decrease the chances of getting caught. Prost has only to draw a quick outline, and then he’s finished. In fact, he has now drawn so many that he no longer needs to leave his signature: his work, rather than his name, has become his identity.

Secondly, the artist positions his characters to look like they are taking in their surroundings, laughing aloud at something happening right at that moment. It is natural, then, on seeing Prost’s characters pointing at them, for people to wonder what the joke is, asking themselves: is it me? Each character forces passersby to question their surroundings and (hopefully, if they don’t want to leave paranoid) to find a satisfactory answer.

Moving Into The Mainstream

Visitors to Berlin tend to ask the same question: is the street art legal? It is a difficult question for Berliners to answer. In central parts of the city at least, there is variously so much and so little criticism directed at it that no one quite knows. Head of the anti-graffiti team, Chief Detective Marko Moritz, insists, however, that the city views graffiti as a crime.

In an interview with The Local newspaper, he states that his team’s main goal is to catch the tagging crews whose work has its roots not in art, but in gang culture. In what he calls bombings, crews will spray whole trains and sometimes buildings with their signatures and colors. But Moritz is concerned not only with the defacement of public property; some crews, he claims, are starting to carry firearms.

Unlike19 in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

Their behavior, while disturbing, is a byproduct of the authorities’ attempt to turn the street art scene into an industry. When UNESCO named Berlin as a City of Design, few people doubted that the thriving street art scene was partly responsible. Local businesses and even local authorities hired artists to paint murals on the fronts of their buildings. Most famously, on a wall in Kreuzberg, the artist Blu painted two men trying to rip each other’s masks off — symbolizing, he claims, Berlin’s struggles during its first few years of reunification.

Today, such work has made the street art a tourist attraction. Kunsthaus Tacheles, once an artists’ squat and still a focal point of the scene, holds disco nights downstairs and sells urban art books upstairs — its bar is as expensive as anywhere in the city. Artists such as XOOOOX, Mein Lieber Prost and Alias have started to exhibit and sell in galleries. They still work on the street, but they are no longer impoverished artists — if they ever were. They can afford to travel and work in countries across the world.

Murals in The Heritage Of Berlin Street Art And Graffiti Scene

While these artists believe that street art needs to appeal to a wider audience, the local, more traditional artists, such as the tagging crews, disagree. They argue that street art derives its power from being on the margins of society; only from the outside can they address problems within it. That difference of opinion is opening a space in the scene that can be filled only by the mainstream. In the next few years, street art has the potential to become a social movement as inclusive as anything from the ’50s and ’60s.

Taken from smashingmagazine.com/

Αφιέρωμα – Gentrification

Γεωργία Αλεξανδρή, Πολύβιος Μουκούλης

Οι πόλεις έχουν συχνά κάτι το μεταφυσικό, μια υπόσταση που ξεπερνάει, όχι μόνο εμάς που ζούμε σε αυτές, αλλά και τα κτήρια, τους δρόμους, τα αυτοκίνητα, τις πλατείες, τα μνημεία, τα μαγαζιά, τα σκουπίδια και ό,τι άλλο υπάρχει στο πολυδαίδαλο αυτό σύστημα. Είναι σαν γίγαντες που μπορούν όλα να τα λιώσουν στο πέρασμά τους ή όλα να τα ενσωματώσουν. Σου υπενθυμίζουν διαρκώς ότι θα είναι εδώ και μετά από σένα όπως υπήρχαν και πριν. Είναι το ζωντανό αποτύπωμα όλων των δυνάμεων που παλεύουν διαρκώς πάνω τους, συγκρούσεις και συμμαχίες, αντιθέσεις και συνθέσεις, ζωές πάνω σε ζωές, γενιές πάνω σε γενιές, και αν το καλοσκεφτείς μια πόλη είναι στην πραγματικότητα πόλεις πάνω σε πόλεις.

Στο αφιέρωμα του Κοντέινερ φιλοξενούνται απόψεις και προσεγγίσεις, για το κέντρο της σύγχρονης πόλης, τις αναπλάσεις, τις εσωτερικές «μετακινήσεις πληθυσμών», το σχεδιασμό για το μέλλον του κέντρου της Αθήνας και τα προβλήματα που συσσωρεύονται. Τελικά, ποιοι ζούνε πού και γιατί; Ποιος αποφασίζει,τι και για ποιον; Υπάρχει ή όχι γκέτο στο κέντρο της Αθήνας; Σε αυτή τη μεταιχμιακή εποχή, όλα μοιάζουν να είναι οριακά και να «παίζονται» ενώ γειτονιές και περιοχές ολόκληρες περνούν από την υποβάθμιση στην αναβάθμιση και πάλι τούμπα. Εδώ και αρκετό καιρό, και εφτά ολόκληρα χρόνια από την ιλουστρασιόν απατηλή και «καθαρή» Αθήνα των Ολυμπιακών Αγώνων ακούμε, βλέπουμε, παρακολουθούμε τις συζητήσεις γύρω από το «ιστορικό κέντρο» της Αθήνας, συζητήσεις που όσο τις προχωράς, τόσο φτάνεις πάνω στα μεγάλα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα. Την ίδια στιγμή, στο καθημερινό βίωμα, αντιμετωπίζουμε νέες καταστάσεις που δεν σημαίνουν για όλους το ίδιο: κάποιοι βλέπουν τα όρια της ανθρωπιάς τους να δοκιμάζονται, άλλοι νιώθουν αμήχανα, άλλοι έχουν βαλθεί να καθαρίζουν δρόμους και πλατείες, άλλοι στήνουν επιχειρήσεις «σκούπα» καθαρίζοντας ανθρώπους, άλλοι εξοργίζονται, άλλοι φοβούνται και κάποιοι άλλοι, είναι απλά ανακουφισμένοι όταν μπορούν ακόμα να βρίσκουν μέσα στο χάος ένα υπόστεγο να κοιμηθούν ή μια τρύ-πα για να κρυφτούν.

Το «gentrification» αλά ελληνικά βρίσκεται σε εξέλιξη και ακολουθεί με τα δικά του τοπικά χαρακτηριστικά, τις αντίστοιχες εξελίξεις σε πολλά αστικά κέντρα σε όλο τον κόσμο. Τα κείμενα που ακολουθούν εκφράζουν πολλές και διαφορετικές απόψεις, κάποιες μάλιστα βρίσκονται σε ευθεία σύγκρουση.

Ε.Μ.

Gentrification ή εξευγενισμός, μερικές σκέψεις γύρω από την έννοια και την ιστορία της.

Πρόσφατα ο αγγλικός όρος gentrification αναφέρεται σε όλο και περισσότερα δημο- σιεύματα και έρευνες που καταπιάνονται με το κέντρο της πόλης. Τι σημαίνει όμως ο όρος αυτός;

Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τη βρετανή κοινωνιολόγο Ruth Glass to 1964 στην προσπάθειά της να περιγράψει τη διαδικασία κατά την οποία μέλη των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων (gentry) εγκαθίσταντο σε υποβαθμισμέ-νες εργατικές περιοχές του κεντρικού Λονδίνου, αναβαθμίζοντας το κτηριακό απόθεμα και εκδιώκοντας-εκτοπίζοντας παράλληλα τους παλαιούς κατοίκους. Η διαδικασία αυτή παρατηρήθηκε σε πολλές, αν όχι στις περισσότερες, μεγάλες πόλεις του ανεπτυγμένου (και όχι μόνο) καπιταλιστικού κόσμου, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον προς τις αιτίες που δημιουργούν τέτοιου είδους φαινόμενα και θέτοντας συχνά σε δεύτερο πλάνο τις επι- πτώσεις των διαδικασιών αυτών. Οι κυρίαρχες ερμηνείες που κατά καιρούς έχουν δοθεί μπορούν να κωδικοποιηθούν σε τρεις πολύ βασικές αλλά και αλληλοτροφοδοτούμενες συνιστώσες. Η πρώτη από αυτές είναι η μαρξιστικής προέλευσης οικονομική/δομική θεώρηση όπου τα φαινόμενα gentrification προσεγγίζονται κυρίως μέσα από μια διαδικασία σπέκουλας πάνω στη γη μέσω της οποίας το κτηματομεσιτικό και το κατασκευαστικό κεφάλαιο προωθούν την απαξίωση περιοχών με πραγματικούς ή/και συμβολικούς όρους ώστε αγοράζοντας φτηνά στη συνέχεια να αυξήσουν τις τιμές γης, αποσπώντας όσο το δυνατόν μεγαλύτερη υπεραξία (με τη μορφή της αυξημένης γαι- οπροσόδου) από τη γη και το κτισμένο περιβάλλον. Η δεύτερη συνιστώσα, αυτή των ατομικών προτιμήσεων/νέων προτύπων κατανάλωσης που προτάθηκε από προοδευτικούς ανθρωπολόγους, θεωρεί ότι το φαινόμενο του gentrification αποτελεί μια διαδικασία που συμβαίνει στις μεταβιομηχανικές πόλεις και είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη μεταβολή της οικονομικής βάσης από τη βιομηχανία στον τομέα των υπηρεσιών, το συνεπακόλουθο νέο κοινωνικό και χωρικό καταμερισμό της εργασίας και την εμφάνιση ορισμένων νέων μεσαίων στρωμάτων τα οποία είναι θετικά διακείμενα προς τις πόλεις και το αστικό περιβάλλον και αρνητικά προς την ομοιογένεια των προαστίων.

Η δυναμική που η κάθε γειτονιά αναπτύσσει προσδιορίζει και την ίδια την τροχιά του φαινομένου που σχεδόν όμως πάντα καταλή- γει στον εκτοπισμό ασθενέστερων ή/και ανεπιθύμητων κοινωνικών ομάδων.

Όμως, καθώς όλες οι καταναλωτικές προτιμήσεις του κόσμου παραμένουν «ασήμαντες» χωρίς την απαραίτητη χρηματοδότηση από το κεφάλαιο, αλλά και οι επενδύσεις σε μεγάλα projects είναι καταδικασμένες σε αποτυχία αν δεν υπάρχουν οι απαραίτητοι αγοραστές (κάτοικοι και εν γένει καταναλωτές σ’ αυτήν την περίπτωση), απαιτείται και η συμβολή μιας τρίτης και καθοριστικής συνιστώσας. Η συνιστώσα αυτή είναι η (έμμεση ή/και άμεση) κρατική παρέμβαση. Ο ρόλος της κρατικής παρέμβασης στις διαδικασίες αυτές εκτείνεται από απλές ρυθμιστικές-σχεδιαστικές παρεμβάσεις μέχρι και την εκπόνηση σχεδίων αναπλάσεων ολόκληρων περιοχών, την κατασκευή έρ- γων ναυαρχίδων (flagship projects) με απώτερο σκοπό την αλλαγή του χαρακτήρα μιας ολόκληρης περιοχής ως και την ωμή καταστολή ολόκληρων κοινωνικών ομάδων που «χαλάνε» την επιμελώς καλλιεργούμενη εικόνα της περιοχής (επι- χειρήσεις σκούπα σε μετανάστες, εκκενώσεις καταλήψεων κ.λπ.). Βέβαια, το ποια ακριβώς θα είναι η διαδοχή των τριών συνιστωσών επηρεάζεται από τις ιδιαίτερες κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές συνθήκες που διαμορφώνουν όχι μόνο την πόλη αλλά και τις επιμέρους περιοχές της. Η δυναμική που η κάθε γειτονιά αναπτύσσει προσδιορίζει και την ίδια την τροχιά του φαινομένου που σχεδόν όμως πάντα καταλήγει στον εκτοπισμό ασθενέστερων ή/και ανεπιθύμητων κοινωνικών ομάδων αλλά και παραδοσιακών δραστηριοτήτων της περιοχής προς όφελος κάποιων νέων και περισσότερο προσοδοφόρων.

Από την Πλάκα στο Μεταξουργείο: 30 χρόνια «πολιτισμού» και «εξευγενισμού».

Στην Αθήνα το παράδειγμα που μπορεί να χαρα- κτηριστεί ως καθαρή περίπτωση gentrification είναι αυτό της Πλάκας. Στη δεκαετία του 1970 η Πλάκα ήταν μια συνοικία «παρηκμασμένη» στην οποία κατοικούσαν εργατικά στρώματα και νοικοκυριά χαμηλών εισοδημάτων ενώ οι χρήσεις που συνέθεταν τον αστικό ιστό της γειτονιάς είχαν να κάνουν με βιοτεχνίες και με στέκια ροκάδων και ροκαμπιλάδων ενώ ταυτόχρονα στους δρόμους της γινόταν διακίνηση και χρήση ναρκωτικών. Συνεπακόλουθα, οι τιμές γης ήταν πάρα πολύ χαμηλές, η παραβατικότητα υψηλή και μόνο τα φτωχά νοικοκυριά, που δεν είχαν την πολυτέλεια της μετακόμισης σε κάποια πολυκατοικία, έμεναν εκεί. Ωστόσο η Πλάκα διατηρούσε ακόμα κτήρια με αρχιτεκτονική αξία και βρισκόταν σε εγγύτητα με τον Ιερό Βράχο και το κέντρο της Πόλης. Στη δεκαετία του 1980 το κράτος θέσπισε πολεοδομικούς νόμους που ουσιαστικά συνέβαλαν στην πλήρη μεταβολή της εικόνας της περιοχής: η διακήρυξη κτηρίων ως διατηρητέων, η απαγόρευση έλευσης οχημάτων και οι πεζοδρομήσεις άρχισαν να ανεβάζουν τις τιμές γης. Οι μέχρι πρότινος κάτοικοι της Πλάκας αναγκάστηκαν να φύγουν λόγω της συνεχόμενης ανόδου του κόστους ζωής (κοινώς εκτοπίστηκαν) ενώ στη θέση τους σήμερα βρίσκονται διάφοροι επιχειρηματίες και νοικοκυριά υψηλότερων εισοδημάτων. Οι χρήσεις γης που διαδέχτηκαν τις προηγούμενες έχουν να κάνουν κυρίως με το εμπόριο, τον τουρισμό και τη νυχτερινή διασκέδαση. Βλέπουμε λοιπόν πως και στην περίπτωση του δομημένου χώρου μέσα από τις διαδικασίες gentrification ουσιαστικά συντελείται η πλήρης εμπορευματοποίηση της γειτονιάς, η αλλαγή στη σύνθεση του πληθυσμού με βίαιους όρους και η μεταβολή των χρήσεων γης. Για να έρθουμε όμως στα πιο πρόσφατα: Από το 2000 κεντρικές και υποβαθμισμένες περιοχές της Αθήνας έχουν μπει σε τροχιά «αναγέννησης». Τα πολυθρύλητα, κοινωνικά κατασκευασμένα, νέα Sohos του αθηναϊκού downtown δημιουργούνται, αναπτύσσονται και παρακμάζουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Τα παραπάνω συνοδεύονται και από μία σειρά άλλες έννοιες και πρότυπα, σχετικά άγνωστα στο ευρύ κοινό τις προηγούμενες δεκαετίες (π.χ., λοφτ) διαδικασίες δηλαδή που έχουν την «αίσθηση» gentrification.

Οι καλλιτεχνικές χρήσεις που εγκαθίστανται σε μια γειτονιά μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο gentrifier θέτοντας σε κίνηση την αγορά real estate. Για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται οι κρατικές στρατηγικές πολιτισμικής και καλλιτεχνικής ανάπτυξης ή «ανάπλασης» με την αγορά ακινήτων στη γειτονιά του Γκαζιού γίνεται εμφανής μέσω της μετατροπής του εργοστασίου Αεριόφωτος σε Τεχνόπολη και τη διάνοιξη του σταθμού μετρό «Κεραμεικός». Οι δυο αυτές κρατικές σημειακές παρεμβάσεις ήταν καταλυτικές στην αλλαγή του χαρακτήρα της γειτονιάς η οποία από περιοχή κατοικίας μετατράπηκε σε περιοχή διασκέδασης. Οι Ρομ και οι τσιγγάνοι που έμεναν στο Γκάζι από τη δεκαετία του ’70 εκδιώχθηκαν άγρια και τη θέση τους πήραν τα διάφορα μπαρ και νυχτερινά κέντρα. Η όχληση που παράγεται από τη βιομηχανία της διασκέδασης απειλεί και τους εναπομείναντες κατοίκους. Ταυτόχρονα η αγορά real estate έχει κινητοποιηθεί επενδύοντας σε ακίνητα τύπου λοφτ και διαφημίζοντας την περιοχή ως «loft-living» της Αθήνας. Αυτό που μένει να διερωτηθούμε είναι κατά πόσο είναι πολιτισμικές οι χρήσεις αυτές, σε ποιους ακριβώς απευθύνονται και τι ρόλο διαδραματίζουν στην κίνηση του κεφαλαίου στον δομημένο χώρο.

Οι Ρομ που έμεναν στο Γκάζι από τη δεκαετία του ’70 εκδιώχθηκαν άγρια και τη θέση τους πήραν τα νυχτερινά κέντρα. Η όχληση που παράγεται από τη βιομηχανία της διασκέδασης απειλεί και τους ενα- πομείναντες κατοίκους.

Πρόσφατα διοργανώθηκαν σε υποβαθμισμένες περιοχές του κέντρου της Αθήνας υπό την αιγίδα επενδυτικών ομίλων οι οποίοι χρησιμοποιώντας την Τέχνη και τον πολιτισμό (και μάλιστα σε μερικές από τις ριζοσπαστικότερες εκφάνσεις τους) ως απλά διαφημιστικά τρικ προώθησης τών, από καιρό και προσεκτικά σχεδιασμένων, επενδύσεών τους σε συγκεκριμένες περιοχές. Εδώ γίνεται εμφανές το πόσο εύκολα, ριζοσπαστικά κοινωνικά και καλλιτεχνικά ρεύματα (στην προκειμένη περίπτωση οι καταστασιακοί και οι ψυχογεωγραφικοί τους χάρτες) στρογγυλεύονται έτσι ώστε να απομακρυνθεί η οποιαδήποτε μορφή αμφισβήτησης εμπεριέχουν, και στη συνέχεια είτε προωθούνται προς επανακατανάλωση σε ένα ευρύτερο κοινό ή απλά χρησιμοποιούνται από το κεφάλαιο ως ένα επιπλέον μέσο για την επίτευξη των στρατηγικών του.

konteiner.gr/